Σάββατο, 5 Απριλίου, 2025

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

New Deal Τραμπ απέναντι στην παγκοσμιοποίηση -Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα

Του Κώστα Παππά

Η παγκόσμια οικονομία σείεται από την απόφαση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τράμπ να επιβάλλει υψηλούς  δασμούς στα προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ από τις ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη. Η απόφαση αυτή που έκανε πράξη μια ισχυρή προεκλογική δέσμευση του Αμερικανού Προέδρου δείχνει οτι ο ίδιος ο,τι λέει το κάνει. Στην προσπάθειά του να αυξήσει την εσωτερική ζήτηση και να ενισχύσει στο εσωτερικό των ΗΠΑ  την εγχώρια βιομηχανία, καθιστώντας λιγότερο ανταγωνιστικά τα εισαγόμενα προϊόντα στις ΗΠΑ, απλά τα καθιστά πολύ λιγότερο επιλέξιμα, αφού γίνονται ακριβότερα  για τον  μέσο Αμερικανό καταναλωτή.

Ακολουθώντας τον μακρινό προκάτοχό του Φραγκλίνο Ρούσβελτ  στις αποφάσεις που αλλάζουν τους οικονομικούς κανόνες  ο Ντόναλντ Τραμπ αποδεικνύει οτι στην δεύτερη επανεκλογή του δημιουργεί μια ολόκληρη σχολή σκέψης  πολιτικής και οικονομικής θεωρίας , αυτής τους εθνικού καπιταλισμού απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη φούσκα.

Οι χώρες του αναπτυγμένου κόσμου και κυρίως της Ευρώπης που σέρνονται σιδηροδέσμιες σε αποφάσεις συγκεκριμένων διευθυντηρίων έχοντας σχεδόν  μηδαμινή ικανότητα εθνικής αντίδρασης στις κοινές αποφάσεις, ουδέποτε θα μπορέσουν με την ελάχιστη οικονομική ευελιξία που διαθέτουν, να σταθμίσουν αυτό που παλαιότερα ονομάζαμε εθνικό συμφέρον.

Τί είχε κάνει ο Ρούσβλετ στις 5 Απριλίου   του 1933

Στις 5 Ιουνίου 1933, οι Ηνωμένες Πολιτείες έφυγαν από το Νομισματικό Σύστημα του Χρυσού Κανόνα, ένα νομισματικό σύστημα στο οποίο το νόμισμα υποστηρίζεται από χρυσό, όταν το Κογκρέσο εξέδωσε κοινό ψήφισμα που ακυρώνει το δικαίωμα των πιστωτών να απαιτούν πληρωμή σε χρυσό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν στον Χρυσό Κανόνα από το 1879, εκτός από την περίοδο του εμπάργκο στις εξαγωγές χρυσού κατά τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά οι καταστροφές των τραπεζών κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 γέννησαν φόβους ότι το κοινό θα συσσώρευε χρυσό, καθιστώντας τον Χρυσό Κανόνα άχρηστο στην πράξη.

Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του το Μάρτιο του 1933, ο Πρόεδρος Ρούσβελτ κήρυξε ένα μορατόριουμ σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να αποφευχθεί η καταστροφή των τραπεζών από τους καταναλωτές που δεν είχαν εμπιστοσύνη στην οικονομία. Απαγόρευσε επίσης στις τράπεζες να πληρώνουν σε χρυσό ή να εξάγουν το πολύτιμο μέταλλο. Σύμφωνα με την κεϋνσιανή οικονομική θεωρία, ένας από τους καλύτερους τρόπους για την καταπολέμηση της οικονομικής ύφεσης είναι η διόγκωση της προσφοράς χρήματος. Και η αύξηση της ποσότητας χρυσού που κατείχε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα θα αύξανε τη δύναμή της να διογκώσει την προσφορά χρήματος. Αντιμέτωπη με παρόμοιες πιέσεις, η Βρετανία είχε μειώσει τον Χρυσό Κανόνα το 1931 και ο Ρούσβελτ το είχε λάβει υπόψη του.

Στις 5 Απριλίου 1933, ο Ρούσβελτ διέταξε όλα τα χρυσά νομίσματα και τα χρυσά πιστοποιητικά με ονομαστικές αξίες άνω των $100 να παραδοθούν με αντάλλαγμα χαρτονομίσματα. Απαίτησε από όλα τους πολίτες να παραδώσουν όλα τα χρυσά νομίσματα, χρυσό σε ράβδους και χρυσά πιστοποιητικά που ανήκουν στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έως την 1η Μαΐου στην καθορισμένη τιμή των $ 20,67 ανά ουγγιά Troy.

Μέχρι τις 10 Μαΐου, η κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει 300 εκατομμύρια σε χρυσά νομίσματα και 470 εκατομμύρια δολάρια σε χρυσά πιστοποιητικά. Δύο μήνες αργότερα, μια κοινή απόφαση του Κογκρέσου ακύρωσε τις ρήτρες χρυσού σε πολλά δημόσια και ιδιωτικά χρεόγραφα που απαιτούσαν από τον οφειλέτη να αποπληρώσει τον πιστωτή σε χρυσά δολάρια του ίδιου βάρους και καθαρότητας με αυτά που δανείστηκε. Το 1934, η κρατική τιμή του χρυσού αυξήθηκε στα $35 ανά ουγγιά, αυξάνοντας ουσιαστικά την αξία του χρυσού στους ισολογισμούς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας κατά 69%. Αυτή η αύξηση περιουσιακών στοιχείων επέτρεψε στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα να διογκώσει περαιτέρω την προσφορά χρήματος.

Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα 

Διπλό αναμένεται να είναι το πλήγμα στις ελληνικές εξαγωγές από την επιβολή δασμών εκ μέρους της κυβέρνησης των ΗΠΑ, σε μια συγκυρία μάλιστα που οι ΗΠΑ αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία ως εξαγωγικός προορισμός για τα ελληνικά προϊόντα.

Η αξία των ελληνικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ την περίοδο 2020-2024 κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 20,4%, ενώ το μερίδιο των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ στο σύνολο των ελληνικών εξαγωγών, από 3,75% το 2020 έφτασε το 4,89% το 2024.

Το εμπορικό ισοζύγιο Ελλάδας – ΗΠΑ είναι πλεονασματικό για την Ελλάδα, με το πλεόνασμα να διαμορφώνεται σε 268,19 εκατ. ευρώ το 2024, υποχωρώντας σημαντικά σε σύγκριση με το 2023 (617,71 εκατ. ευρώ).

Το ένα πλήγμα είναι άμεσο, καθώς τα ελληνικά προϊόντα θα είναι πλέον ακριβότερα για τους Αμερικανούς και ως εκ τούτου λιγότερο ανταγωνιστικά, παρά τις όποιες προσπάθειες θα γίνουν από τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους αντιπροσώπους – διανομείς των ελληνικών προϊόντων στις ΗΠΑ να απορροφήσουν μέρος της δασμολογικής επιβάρυνσης.

Ελιές, τσιμέντο, αλουμίνιο, φέτα, ελαιόλαδο και κομπόστες ροδάκινου είναι τα προϊόντα τα οποία εκτιμάται ότι θα πληγούν περισσότερο από την επιβολή των δασμών, με τις ελληνικές επιχειρήσεις να διατηρούν –τουλάχιστον μέχρι χθες το απόγευμα– ελπίδες για εξαίρεση κάποιων εξ αυτών από τη νέα δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, όπως συνέβη κατά την πρώτη θητεία Τραμπ με το ελληνικό ελαιόλαδο και τις επιτραπέζιες ελιές.

Οι ΗΠΑ αποτελούν επίσης την πέμπτη σημαντικότερη αγορά για τις ελληνικές εξαγωγές φέτας.

Το άλλο πλήγμα είναι έμμεσο, «παράπλευρη απώλεια», όπως τη χαρακτήρισε ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ) Αλκιβιάδης Καλαμπόκης μιλώντας στην «Κ» και αφορά ενδεχόμενη μείωση των εξαγωγών προς τους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας εντός Ε.Ε. «Το 65% των εξαγωγών μας είναι προς τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. Οι δασμοί θα πλήξουν κυρίως τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας.

Η επιβάρυνση της οικονομίας στις χώρες αυτές σημαίνει μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών τους και επομένως μειωμένες εξαγωγές της Ελλάδας προς αυτές», επισημαίνει ο πρόεδρος του ΠΣΕ.