Κυριακή, 6 Απριλίου, 2025

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Κυβέρνηση Μητσοτάκη: Το δύσβατο μονοπάτι της «πολιτικής επανεκκίνησης»

 

Του Σάββα Παυλίδη

Σε αναζήτηση πολιτικού restart βρίσκεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη, σε μία προσπάθεια να αφήσει οριστικά πίσω όλα εκείνα που στις αρχές του τρέχοντος ημερολογιακού έτους της προκάλεσαν φθορά.

Η υπόθεση που αφορά τη τραγωδία των Τεμπών δημιούργησε για το Μαξίμου συνθήκες γενικευμένης κρίσης, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη για πρώτη φορά από την έναρξη της θητείας του στο πρωθυπουργικό γραφείο να νιώθει τόσο πιεσμένος.

Εν τέλει, η ΝΔ δείχνει να περνά τα εμπόδια που εμφανίστηκαν στο διάβα της, με σημαντικές όμως απώλειες. Παρά το γεγονός πως δημοσκοπικά στις αρχές του 2025 έδειχνε να καταγράφει μία τρόπον τινά ανάκαμψη, οι κλιμάκωση των αντιδράσεων σχετικά με τις αποκαλύψεις για το τη τραγωδία στα Τέμπη επέφεραν σημαντική πτώση στα ποσοστά της στα γκάλοπ που είδαν το φως της δημοσιότητας.

Ωστόσο, η αδυναμία των κομμάτων της αντιπολίτευσης να κεφαλαιοποιήσουν την φθορά που το Μαξίμου κατέγραψε, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην μη αλλαγή ισορροπιών σε πολιτικό επίπεδο. 

Αν κάτι άλλαξε τα δεδομένα και επέφερε νέους παράγοντες στην εξίσωση, είναι η ραγδαία άνοδος της Πλεύση Ελευθερίας. Πλέον το κόμμα της Ζωής Κωνσταντοπούλου καταλαμβάνει σε όλες τις μετρήσεις την δεύτερη θέση, με καθαρή διαφορά από το ΠΑΣΟΚ.

Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τη συζήτηση στη Βουλή για τα εξοπλιστικά αλλά και για την άρση ασυλίας βουλευτών, τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και κορυφαίοι υπουργοί της κυβέρνησης ”αναγνώρισαν” την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας ως την μεγάλη τους αντίπαλο τη τρέχουσα περίοδο. 

Είναι έκδηλο πάντως πως στο κυβερνητικό στρατόπεδο, οι νέες πολιτικές ισορροπίες τους ευνοούν. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη η μετατροπή της Ζωής Κωνσταντοπούλου σε αντίπαλο δέος του ιδίου και της κυβέρνησης του, λειτουργεί ευνοϊκά, καθώς με αυτό το τρόπο περνά μήνυμα στο κεντρώο χώρο (δηλαδή στην πολιτική δεξαμενή που τον ”καίει” περισσότερο) πως το μέλλον της χώρας στις επόμενες εκλογές θα περιλαμβάνει τον ίδιο και την κυβέρνηση του, ή ένα κόμμα που θα θυμίζει την σκοτεινή και ανασφαλή περίοδο του 2015. 

Στο Μαξίμου κρίνουν πως αυτό ακριβώς το δίλλημα επιστροφής σε συνθήκες αβεβαιότητας και σε κυβερνητικές προτάσεις ποτισμένες στο λαϊκισμό, θα λειτουργήσει αντανακλαστικά σε μία μεγάλη μερίδα του εκλογικού κοινού την ώρα της κάλπης, τονώνοντας την εκλογική επιρροή της ΝΔ. 

Πάντως στις τελευταίες δημοσκοπήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η ΝΔ δείχνει σχεδόν ανεπηρέαστη από το κλίμα πόλωσης των τελευταίων μηνών, με το ποσοστό της στην εκτίμηση ψήφου να κινείται στα επίπεδα των Ευρωεκλογών του περασμένου Ιουνίου.

Πάντως η ΝΔ στο δρόμο προς τις κάλπες δεν έχει ως αντίπαλο μονάχα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Άλλωστε με τους πολιτικούς του αντιπάλους ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει διαχρονικά πως λίγο έως πολύ τα καταφέρνει να τους βγάλει ”νοκ αουτ”.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που δείχνει να έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση είναι καθαρά εσωτερικό. Τόσο εντός κόμματος, όσο και εντός Κοινοβουλευτικής Ομάδας, δημιουργούνται διάφορες υπο-ομάδες.

Οι κατηγορίες αρκετές. Πρόκειται είτε για εκείνους που ανέμεναν υπουργοποίηση αλλά έμειναν στο ”περίμενε”, είτε για βουλευτές που ολοφάνερα πλέον έχουν ιδεολογικές αποστάσεις με τη κυβερνητική πολιτική.

Ταυτοχρόνως υπάρχουν και αυτοί που ανήκουν στη σφαίρα επιρροής των δυο πρώην πρωθυπουργών. Κώστας Καραμανής και Αντώνης Σαμαράς έχουν καιρό τώρα τραβήξει διαχωριστικές γραμμές από το Μαξίμου, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζει και την σχέση που διαθέτει η κυβέρνηση με βουλευτές που ανήκουν στο άρμα τους. 

Κατά τη χθεσινή του ομιλία στην συνεδρίαση της ΚΟ της ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να στείλει μήνυμα ενότητας, αλλά ταυτόχρονα και μήνυμα προσωπικής κυριαρχίας. Συγχρόνως έβαλε φρένο στα σενάρια εκείνα τα οποία άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο να μετράμε αντιστρόφως για την ολοκλήρωση της θητείας του στο πηδάλιο του κυβερνώντος κόμματος.

Με την κρίση των Τεμπών πλέον να μπαίνει σε καθεστώς αποκλιμάκωσης, η κυβέρνηση στρέφει τη προσοχή της στο μεταρρυθμιστικό της έργο, κρίνοντας πως ο βαθμός επιτυχίας στην εκπόνηση του κυβερνητικού έργου θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο όταν στηθούν οι κάλπες.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η προσοχή στρέφεται στην οικονομία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει συνεχείς επαφές και συνομιλίες με τον νέο ”Τσάρο” της οικονομίας. Ο κ. Πιερρακάκης αποτελεί προσωπική του επιλογή για το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο άλλωστε.

Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού δείχνει να είναι μόνο η αρχή μιας σειράς μέτρων που ως στόχο θα έχουν την τόνωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Πάντα φυσικά με φόντο τις κάλπες του 2027.

Σε αυτό το πλαίσιο άλλωστε έχουν φουντώσει και οι φήμες που θέλουν τη κυβέρνηση να κρατά στο συρτάρι της σχέδιο επιστροφή της 13ης σύνταξης. Σενάριο το οποίο σηκώνει αρκετή συζήτηση σχετικά με το πόσο αντέχει ο προϋπολογισμός μία τέτοια κίνηση.

Πρώτος που δείχνει να αντιδρά στα σενάρια αυτά είναι ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, κρίνοντας πως μία τέτοια κίνηση δεν συμβαδίζει με τους κανόνες δημοσιονομικής σταθερότητας της χώρας.