Το αίμα των «γουρουνιών» θέλουν αγορές και Γερμανία
  Παρασκευή, 8 Οκτ 2010      14:00      0

Το αίμα των «γουρουνιών» θέλουν αγορές και Γερμανία

Oι αγορές και η Γερμανία απαιτούν σήμερα νέες ανθρωποθυσίες στο βωμό της κρίσης, ζητώντας να...

ματώσει η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, τρεις από τους καλύτερους μαθητές τους, που υποβαθμίστηκαν στην κατηγορία των «γουρουνιών», εξαιτίας της κρίσης χρέους και των ελλειμμάτων τους.

Η κατάρρευση της Ιρλανδίας αποτελεί πλέον θέμα χρόνου, ενώ εύλογα είναι τα ερωτήματα εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η ΕΚΤ γνώριζαν εξαρχής τη δραματική κατάσταση του τραπεζικού της συστήματος. Η πολιτική δραστικής λιτότητας που εφάρμοσαν στην Ιρλανδία αποτέλεσε τη σωστή συνταγή για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης. Μετά εφαρμόστηκε στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Το πρωτότυπο καταρρέει εντείνοντας τις ανησυχίες εάν θα έχει ανάλογες καταστροφικές συνέπειες και στις άλλες χώρες που εφαρμόστηκε η ίδια πολιτική.

Τα «γουρούνια» της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγκάζονται να δανείζονται με επιτόκια σε επίπεδα ρεκόρ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμένει ότι βγαίνουν ελεύθερα στις αγορές ομολόγων. Με τη διαφορά όμως ότι τα ομόλογά τους θα καταλήξουν κυρίως στο χαρτοφυλάκιο της ΕΚΤ.

Την ίδια στιγμή, η Γερμανία προωθεί τη θεσμοθέτηση μιας Ευρωζώνης δύο ταχυτήτων. Υποστηρίζοντας την αυστηροποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το Βερολίνο διασφαλίζει την ηγεμονία του έναντι των υπόλοιπων εταίρων του, ενώ τα «γουρούνια» κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπα με κυρώσεις, ποινές και πρόστιμα, που θα τα καταδικάσουν σε βαθύτερη ύφεση.

 

Η «κελτική τίγρη»

Η «κελτική τίγρη» έχει σταματήσει να βρυχάται εδώ και αρκετό καιρό. Η περίοδος των μεγάλων αμερικανικών επενδύσεων από την εποχή του Κλίντον και των ειρηνευτικών συμφωνιών για τη Βόρεια Ιρλανδία έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το δημόσιο έλλειμμα της Ιρλανδίας θα φτάσει φέτος στο 32% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ η Κομισιόν και η ΕΚΤ συνεχίζουν να υποστηρίζουν ότι θα μειωθεί στο 3% του ΑΕΠ το 2014! Ο Ευρωπαίος επίτροπος οικονομικής και νομισματικής πολιτικής Όλι Ρεν ζήτησε μάλιστα από το Δουβλίνο την κατάρτιση 4ετούς προϋπολογισμού λιτότητας. Η διάσωση των ιρλανδικών τραπεζών ίσως απαιτήσει άλλα 100 δις ευρώ, προειδοποίησαν οι Financial Times, ενώ οι συνολικές εγγυήσεις στον τραπεζικό τομέα και το «φρέσκο» χρήμα που έχουν απορροφήσει οι ιρλανδικές τράπεζες από την έναρξη της κρίσης ξεπερνούν τα 400 δις ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας! Η ΕΚΤ αποτελεί εδώ και καιρό το μόνο ουσιαστικά αγοραστή των ιρλανδικών ομολόγων, ενώ οι Financial Times, περιγράφοντας την κατάσταση δανειοδότησης της χώρας, μιλούν πλέον για «ελληνική τραγωδία της Ιρλανδίας».

Η συντηρητική κυβέρνηση του Δουβλίνου, με τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα αποκτήσει πλειοψηφικό πακέτο στη δεύτερη σε μέγεθος τράπεζα της χώρας Allied Irish Banks, θα διασφαλίσει τη διάσωση της μικρότερης Anglo Irish Bank και θα αποφύγει την έκδοση των ομολόγων τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζει να κάνει πολιτική με «κουρελόχαρτα», στηρίζοντας το Δουβλίνο με την άμεση έγκριση του σχεδίου διάσωσης της Anglo Irish Bank, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι οι «εγκρίσεις» της Κομισιόν θα καλύψουν τα «τοξικά πάγια» και θα αποτρέψουν τους κερδοσκόπους.

 

Οι ευθύνες του Μπαρόζο

Ο Ζοζέ Μπαρόζο, ο Πορτογάλος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάλεσε την προηγούμενη εβδομάδα τη Λισαβόνα να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις για την εξυγίανση των δημόσιων ελλειμμάτων, αρνούμενος για άλλη μια φορά να αναγνωρίσει την αποτυχία της προσωπικής του πολιτικής και τα τεράστια δομικά προβλήματα της χώρας για να βγει από την κρίση με τις συνταγές του πρώην συντηρητικού πρωθυπουργού της.

Ο κ. Μπαρόζο οδήγησε την Πορτογαλία στην ύφεση με τα γκλαμουράτα έργα του για τη διοργάνωση του Πανευρωπαϊκού Κυπέλλου Ποδοσφαίρου. Η Πορτογαλία δεν έχασε μόνο το Κύπελλο από την Ελλάδα, αλλά και κάθε ευκαιρία για να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Ο κ. Μπαρόζο «επιβραβεύτηκε» για την επιτυχία του να οδηγήσει τη χώρα του στην ύφεση και στον πόλεμο του Μπους εναντίον του Ιράκ αναλαμβάνοντας τη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η Πορτογαλία διανύει μια περίοδο σχεδόν επταετούς λιτότητας, όπου οι προηγούμενες κυβερνήσεις των συντηρητικών και των σοσιαλιστών έχουν εξαντλήσει κάθε περιθώριο πίεσης των μισθωτών, των συνταξιούχων και των ασθενέστερων στρωμάτων. Παρ’ όλ’ αυτά ο κ. Μπαρόζο πιέζει την κυβέρνηση μειοψηφίας του σοσιαλιστή Ζοζέ Σόκρατες για δραστικές περικοπές των δημόσιων δαπανών και νέα φορολογικά μέτρα έναντι των στρωμάτων που πληρώνουν την κρίση εδώ και μια επταετία!

Την ίδια στιγμή, το δεξιό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα PSD, στο οποίο ανήκει ο κ. Μπαρόζο, έσπασε την «οικουμενικότητα» των μέτρων και αρνείται αυτή τη φορά να ψηφίσει το νέο προϋπολογισμό για το 2011, εντείνοντας την αβεβαιότητα και πυροδοτώντας την άνοδο των spreads σε επίπεδα ρεκόρ.

 

Ο Θαπατέρο όμηρος των αγορών

Ο Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο, από την έναρξη της κρίσης, έχασε την αίγλη του νέου μεταρρυθμιστή και του αδιαφιλονίκητου ηγέτη του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού με έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η πρόσφατη υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ισπανίας από τον Moody’s σε τοπικό και ξένο νόμισμα κατά μία βαθμίδα στο «AΑ1» από την κορυφαία αξιολόγηση του «AΑΑ» επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις ότι ο κ. Θαπατέρο είναι όμηρος των αγορών. Ο οίκος Moody’s μάλιστα προειδοποίησε ότι, εάν δεν ανακάμψει ο κατασκευαστικός τομέας και η αγορά ακινήτων, η κρίση μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια. Πιο απλά, ο Moody’s προτείνει στον Θαπατέρο να στηρίξει την ίδια αρρωστημένη οικονομία και να τροφοδοτήσει εκ νέου τη φούσκα των ακινήτων, που ευθύνεται για την εκτίναξη της ανεργίας πάνω από το 20%!

Ο οίκος Moody’s όμως δεν ενδιαφέρεται για τη φούσκα των ακινήτων, αλλά για την κερδοφορία των προσφιλών σε αυτή τραπεζών, που αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα από την κερδοσκοπία τους στις κατασκευές και στα ακίνητα. Παράλληλα, ο Moody’s ζητά ακόμη «φθηνότερες» απολύσεις από αυτές που υιοθέτησε πρόσφατα ο Θαπατέρο, οδηγώντας τα συνδικάτα στην πετυχημένη γενική απεργίας της 29η Σεπτεμβρίου. Ο Ισπανός σοσιαλιστής μεταφέρει τη συνολική πολιτική της κυβέρνησής τους «δεξιότερα», αναζητώντας τη στήριξη των συντηρητικών εθνικιστικών κομμάτων, από τη Χώρα των Βάσκων PNV και της Καταλονίας CiU, για να περάσει το νέο προϋπολογισμό λιτότητας.

 

Φόβοι στη Βρετανία

Οι προειδοποιήσεις των επενδυτικών οίκων για υποβάθμιση της Βρετανίας οδηγούν το συντηρητικό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον στην υιοθέτηση μιας πολιτικής σκληρής λιτότητας με την κατάργηση ουσιαστικών κοινωνικών παροχών και μάλιστα σε μια περίοδο που οι καταναλωτικές δαπάνες κάνουν βουτιά, ενώ αξιωματούχοι της Τράπεζας της Αγγλίας έχουν προειδοποιήσει για πιθανή επιστροφή της δεύτερης σε μέγεθος ευρωπαϊκής οικονομίας σε ύφεση. Παρ’ όλ’ αυτά, η κυβέρνηση Κάμερον είναι έτοιμη να προσφέρει τουλάχιστον άλλα 25 δις στερλίνες στις τράπεζες που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα.

 

Μηχανισμός στήριξης

Οι φόβοι να βρεθεί η Ιρλανδία κάτω από την ομπρέλα του μηχανισμού στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ είναι προφανείς. Ανάλογες ανησυχίες έχουν εκφραστεί και για την Πορτογαλία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κρίση χρεών και ελλειμμάτων με περισσότερο ανώδυνο τρόπο, προσφέροντας στα κράτη-μέλη βαθύτερο ορίζοντα μείωσης των δημόσιων ελλειμμάτων, που θα περιόριζε σημαντικά τις ανάγκες δανεισμού των χωρών και συνεπώς της αύξησης των χρεών τους.

Η Γερμανία επέβαλε σκληρή πολιτική λιτότητας στην Ευρώπη, διασφαλίζοντας την εκτίναξη των εξαγωγών της, την αύξηση του εμπορικού πλεονάσματος και τη μείωση της ανεργίας στα χαμηλότερα επίπεδα σχεδόν των τριών τελευταίων δεκαετιών. Η Ευρώπη πλήρωσε το κόστος της γερμανικής ενοποίησης, εκτιμώντας ότι αποτελεί καθήκον αλληλεγγύης και προϋπόθεση για την ειρήνη. Η σημερινή Γερμανία της συντηρητικής Άνγκελα Μέρκελ ακολουθεί μια αυτοκρατορική πολιτική, αρνούμενη να προχωρήσει σε ουσιαστικές αυξήσεις αμοιβών στη Γερμανία για να στηρίξει τη ζήτηση στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Η Γερμανία έχει σταματήσει να αποτελεί την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, γιατί έχει μετατραπεί σε παράγοντα οικονομικής αποσταθεροποίησης και κατακερματισμού της κοινωνικής συνοχής στην Ευρωζώνη, περιορίζοντας παράλληλα τις δυνατότητες οικονομικής σύγκλισης με τα νέα μέλη από την πρώην Ανατολική Ευρώπη.

Ο Χέλμουτ Κολ υπογράμμισε ότι φοβόταν τη «γερμανοποίηση της Ευρώπης» και αγωνιζόταν για τον «εξευρωπαϊσμό της Γερμανίας». Είκοσι χρόνια μετά την ενοποίηση της χώρας, μια πρώην Ανατολικογερμανίδα και κόρη ενός προτεστάντη παπά διχάζει για άλλη μια φορά την Ευρώπη... 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα":07/10/10

ΣΧΟΛΙΑ