Κύριε Ντράγκι, απολογηθείτε...
  Παρασκευή, 24 Μάρ 2017      16:13      0

Κύριε Ντράγκι, απολογηθείτε...

Το παρόν κείμενο γράφεται κατά την παραμονή μου στο Λουξεμβούργο και επιχειρώ με τους κατά το δυνατόν απλούστερους όρους να απαλλάξω τον αναγνώστη από ιδιαίτερες νομικές πληροφορίες, δηλαδή θεμελιώσεις σε προσφυγή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου.

Ωστόσο, αναπόφευκτο είναι να υπάρξουν και προσφυγές στους κανόνες (όπου είναι αναγκαίο), ώστε το κείμενο να μην καταλήξει μια απλή παράθεση ισχυρισμών.

 

Το «άτυπο Grexit» και οι προϋποθέσεις ευθύνης

Με το κείμενό μου αυτό υποστηρίζω ότι στο νομικό πρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συντρέχουν συγκεκριμένες ευθύνες σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και των Ελλήνων πολιτών και ως εκ τούτου η ΕΚΤ πρέπει να απολογηθεί γι’ αυτές. Όχι μόνο γιατί αποφασίζει κατά κανόνα και κατά το δοκούν να δημιουργεί ένα «άτυπο Grexit», αρνούμενη την παροχή ρευστότητας στην ελληνική οικονομία, αλλά και γιατί επέτρεψε μέσω της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους να πλήξει στον πυρήνα τους περιουσιακά δικαιώματα του ελληνικού δημόσιου τομέα.

Προκειμένου να υπάρξει ευθύνη στο νομικό πρόσωπο της ΕΚΤ θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτώμενης συμπεριφοράς, β) το υποστατό της ζημίας και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου που να αφορά στην προσαπτώμενη συμπεριφορά και στην προβαλλόμενη και επικαλούμενη ζημία. Αυτές οι προϋποθέσεις σωρευτικώς συντρέχουν στο νομικό πρόσωπο της ΕΚΤ κατά το μέρος που η αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους προσέβαλε ευθέως τον δημόσιο τομέα και έθιξε στον πυρήνα τους περιουσιακά του δικαιώματα και στοιχεία.

Στο παρόν κείμενο εστιάζω δε επιλεκτικώς στα παρακάτω, καθόσον δεν είναι δυνατόν στο συγκεκριμένο περίγραμμα να αναπτυχθούν οι συνολικές ευθύνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ωστόσο, είναι αρκετά για να αποδείξουν την εξωσυμβατική της ευθύνη. Με βάση τα προαναφερόμενα επομένως, υπ’ όψιν τα εξής:

1) Εξαρχής διευκρινίζεται ότι η πρωταρχική ευθύνη της ΕΚΤ αφορά στο ότι επέτρεψε να απομειωθούν περιουσιακά στοιχεία δημόσιων νοσοκομείων, πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, δεν έλαβε χώρα μόνο Private Sector Involvement (PSI, δηλαδή εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα), αλλά και Official Sector Involvement (OSI, ήτοι εμπλοκή του δημόσιου τομέα). Έτσι, κατά παράβαση τόσο της Αρχής της Δικαιολογημένης Εμπιστοσύνης όσο και των συμπεφωνημένων, η ΕΚΤ ανέχθηκε τη δημιουργία OSI ακόμη και επί δημοσιονομικών θεσμών. Ειδικότερα δε, σύμφωνα και με τον τότε κεντρικό τραπεζίτη, ο δημόσιος τομέας επλήγη επί δημοσιονομικών θεσμών, εφόσον έλαβε χώρα απομείωση περιουσιακών στοιχείων στον χώρο των φορέων κοινωνικής ασφάλισης (βλ. Γεώργιος Αθ. Προβόπουλος, Ελληνικοί Δημοσιονομικοί Θεσμοί, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 227 και επ.). Συνεπώς:

2) Βάσιμη είναι η αιτίαση για τις ευθύνες της ΕΚΤ ως προς το OSI, καθόσον επετράπη διά του κεντρικού τραπεζίτη της Ελλάδος, ο οποίος είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), να διενεργηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), που είχε τη διαχείριση, η περιτομή («haircut» / «κούρεμα») ομολόγων - περιουσιακών στοιχείων ιδιαιτέρως των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και ως εκ τούτου η απώλεια περιουσιακών στοιχείων δημοσιονομικών θεσμών. Η ευθύνη δε αυτή δεν αναιρείται από το ότι εσωτερικοί κανόνες δικαίου είχαν αναθέσει τη διαχείριση των επενδύσεων των ομολόγων στην ΤτΕ (βλ. ενδεικτικώς Ν. 2216/1994, Ν. 2469/1997, Ν. 3863/2010). Και τούτο γιατί, ως προεκτέθηκε, η Τράπεζα της Ελλάδος ανήκει ευθέως στο ΕΣΚΤ, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με τις πολιτικές της ΕΚΤ.

3α) Από το OSI όμως εξαιρέθηκε η ΕΚΤ και με παρέμβασή της εξαιρέθηκαν και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες. Η εξαίρεση όμως αυτή της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών βάση της έχει τη «μυστική» συμφωνία της 15ης Φεβρουαρίου 2012 με την ελληνική κυβέρνηση. Ως εκ τούτου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εκμεταλλευόμενη την κυριαρχική θέση της επί του ευρωσυστήματος, επεδίωξε και πέτυχε τη σύναψη μυστικής συμφωνίας εμπεριέχουσας δυσμενείς διακρίσεις, σε καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων, με σκοπό την αποφυγή της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους κατά το μέρος που η αναδιάρθρωση αυτή έπληττε τα περιουσιακά στοιχεία της ίδιας, καθώς και των εθνικών κεντρικών τραπεζών.

3β) Η ΕΚΤ επίσης δέχθηκε την ενεργοποίηση των λεγόμενων Ρητρών Συλλογικής Δράσης (Collective Action Clauses / CACs), οι οποίες κυριολεκτικώς, λόγω του ύψους του «κουρέματος» στο ποσοστό του 53,5%, αποτέλεσαν πλήγμα στον πυρήνα των περιουσιακών δικαιωμάτων όλων των προσβαλλόμενων και ειδικότερα όλων όσοι ανήκαν στον δημόσιο τομέα, ενώ κατ’ ουσίαν αναίρεσαν τα συμπεφωνημένα και την Αρχή της Δικαιολογημένης Εμπιστοσύνης.

 

Σημαντικές οι διά παραλείψεως ευθύνες της

Την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βαραίνουν όμως –και θα πρέπει να απολογηθεί γι’ αυτά– και τα παρακάτω, εξόχως σοβαρά:

1) Υπ’ όψιν ότι στις 6 Μαΐου 2010 εκδόθηκε από την ΕΚΤ η υπ’ αριθμ. ΕΚΤ 2010/3 - 2010/268/ΕΕ πράξη που φέρει την υπογραφή του Ζαν-Κλοντ Τρισέ. Η ΕΚΤ τότε τοποθετήθηκε ευθέως υπέρ των ελληνικών ομολόγων που εκδίδει και εγγυάται η Ελληνική Δημοκρατία. Μάλιστα, ευθέως με την πράξη της αυτή διακήρυξε δημοσίως ότι για την παραδοχή των ελληνικών ομολόγων δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν «αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας» (sic), οι οποίες κατά κανόνα αφορούν σε εκτιμητικές θέσεις των γνωστών οίκων Standard & Poor’s, Fitch και Moody’s. Άλλωστε, η ΕΚΤ λειτουργεί αυτοβούλως και ως πλήρως ανεξάρτητο όργανο, το οποίο πολιτεύεται χωρίς δεσμεύσεις (βλ. άρθρο 130 ΣΛΕΕ). Στο πλαίσιο δε της απόλυτης λειτουργικής ανεξαρτησίας της, έχει δεσμία υποχρέωση να προστατεύει το όλο σύστημα και συνεπώς η πράξη της 6ης Μαΐου 2010 δεν της επεβλήθη ούτε και μπορούσε να της έχει επιβληθεί.

2) Υπ’ όψιν ότι η ΕΚΤ για το πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας ήταν πάντοτε μέλος της «τρόικας». Τούτο είναι πασίδηλο γεγονός. Συνεπώς ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι η ΕΚΤ, και υπό την ιδιότητά της ως μέλους της «τρόικας», ήδη από την 21η Ιουλίου 2011, οπότε δημοσίως ανέκυψαν τα ζητήματα για την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, δεν μετέβαλε πολιτική, αλλά εξακολούθησε να διατηρεί σε ισχύ την προαναφερόμενη πράξη της 6ης Μαΐου 2010, παρά το γεγονός ότι επιδεινώνονταν τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, δημιούργησε διά παραλείψεως την πεποίθηση ασφάλειας των ελληνικών ομολόγων και εμπέδωσε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σ’ αυτά.

3α) Η ΕΚΤ εξακολουθούσε να εγγυάται τα ελληνικά ομόλογα, οπότε την 27η Φεβρουαρίου 2012, με ημερομηνία ισχύος την 28η Φεβρουαρίου 2012, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2012/2 (2012/133/ΕΕ) πράξη της, η οποία υπογράφεται από τον Μάριο Ντράγκι. Έτσι, η ΕΚΤ με υπαιτιότητα των προστηθέντων - διοικούντων αυτή οργάνων, ακόμη και με καθυστέρηση ημερών από τη δημοσίευση στο οικείο ΦΕΚ της 14ης Φεβρουαρίου 2012 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/τΑ/14.2.2012), δεν παρενέβη για την προστασία των ομολογιούχων. Περαιτέρω:

3β) Την 5η Μαρτίου 2012 εξέδωσε και νέα πράξη, την 2012/153/ΕΕ, σχετικώς με την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της προσφοράς για την ανταλλαγή χρέους (EKT/2012/3) (ΕΕ L 77, σ. 19), της οποίας η ισχύς άρχιζε με καθυστέρηση και πάλι στις 8 Μαρτίου 2012. Έτσι:

3γ) Στις 9 Μαρτίου 2012 (ήτοι την επομένη ακριβώς) το Υπουργικό Συμβούλιο και ο αρμόδιος υπουργός προχώρησαν στην οριστικοποίηση της διαδικασίας της προαναφερόμενης περιτομής περιουσιακών στοιχείων μέσω των Ρητρών Συλλογικής Δράσης και, μάλιστα, στο ακραίο επίπεδο περιτομής, ήτοι στο ποσοστό του 53,5%. Το ποσοστό αυτό προδήλως θίγει τον πυρήνα του περιουσιακού δικαιώματος.

 

Αντικρούοντας προσχηματικά επιχειρήματα

Κάποιος, βέβαια, θα μπορούσε να ισχυριστεί προσχηματικώς ότι την αναδιάρθρωση χρέους επέβαλε η εσωτερική έννομη τάξη αυτοβούλως, ότι ουδείς εμπόδισε τα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου να απορρίψουν τους σχετικούς νόμους κ.λπ. και συνεπώς ότι η ΕΚΤ υποχρεώθηκε να ακυρώσει την πράξη της 6ης Μαΐου 2010, καθόσον προηγήθηκαν ο Ν. 4046/2012 που δημοσιεύθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2012 και ο Ν. 4050/201 που δημοσιεύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2012 και ως εκ τούτου δεν υφίσταται διά παραλείψεως εξωσυμβατική ευθύνη της ΕΚΤ. Όλα αυτά δεν συνιστούν παρά εξωνομικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αποδοκιμάζονται ευθέως από τις αυστηρές διατάξεις της ευρωπαϊκής ενωσιακής έννομης τάξης. Και τούτο γιατί οι ευθύνες της ΕΚΤ είναι αδιαμφισβήτητες και υφίστανται εξ αντικειμένου. Άλλωστε:

 

Υπάρχουν δικαστές στο Λουξεμβούργο

Επ’ ουδενί είναι επιτρεπτό να γίνει δεκτό ότι, ερήμην της ΕΚΤ, νομοθετικό σώμα κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαιτέρως της Ευρωζώνης μπορεί να αυτενεργεί, χωρίς την τυπική ή διά παραλείψεως έγκριση της ΕΚΤ, και να προβαίνει σε αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους του, δηλαδή σε «κούρεμα» των ομολόγων του, και συνεπώς να παρεμβαίνει αμέσως: α) στον όγκο κυκλοφορίας του χρήματος –δηλαδή στην ποσότητα του χρήματος (Μ3)– και β) στο επίπεδο των τιμών και του πληθωρισμού.

Μια τέτοια εκδοχή, απόλυτης αυθαιρεσίας, ότι, δηλαδή, κράτος-μέλος ιδίως της Ευρωζώνης μπορεί με δική του αυτοτελώς πρωτοβουλία και απόφαση να προβαίνει σε αναδιάρθρωση του χρέους του, χωρίς την εκ προοιμίου σύμφωνη γνώμη ή, άλλως, τη διά παραλείψεως συγκατάθεση της ΕΚΤ, θα σημαίνει ευθεία παραβίαση του όλου πλέγματος κανόνων της νομισματικής πολιτικής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτοχρόνως, θα συνεπάγεται και ακύρωση όλων των λειτουργιών της ΕΚΤ και επομένως τη δημιουργία νομισματικού χάους. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τα επίδικα ζητήματα υφίσταται εξωσυμβατική ευθύνη της ΕΚΤ διά πράξεων ή παραλείψεών της.

Ο γράφων υποστηρίζει, βεβαίως, ότι υπάρχουν δικαστές στο Λουξεμβούργο και δεν μπορεί να παγιωθεί νομολογιακή παραδοχή η οποία θα «νομιμοποιεί» την αυθαιρεσία πράξεων επί νομισματικής πολιτικής εντός του ευρωσυστήματος, ακυρώνοντας το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο. Ασφαλώς, ωστόσο, τα ενταύθα αναγραφόμενα σε κατάσταση περισυλλογής και αναστοχασμών στο Λουξεμβούργο ουδένα απαλλάσσουν των εσωτερικών ευθυνών...

ΣΧΟΛΙΑ