Ένα αμαρτωλό στρατιωτικο-μεσιτικό σύμπλεγμα
  Πέμπτη, 14 Οκτ 2010      17:42      0

Ένα αμαρτωλό στρατιωτικο-μεσιτικό σύμπλεγμα

Για πολλοστή φορά το τελευταίο διάστημα ο Ταγίπ Ερντογάν επανέφερε το ζήτημα των αμυντικών δαπανών Ελλάδας - Τουρκίας. Σε μια ομιλία...

στο Πανεπιστήμιο Πίρι Ρέις, ο Τούρκος πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι οι δύο χώρες κατασκεύαζαν κατά καιρούς φανταστικούς αντιπάλους και ξόδευαν τα μαλλιά της κεφαλής τους για να τους αντιμετωπίσουν. Αυτό, υποστήριξε, προκάλεσε την ελληνική οικονομική κρίση και κατάρρευση.

Το σχήμα Ερντογάν είναι εν μέρει ακριβές και εν μέρει ανακριβές. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το εξωφρενικό ποσό που ξόδεψε επί 35 χρόνια, 4-4,5% του ΑΕΠ, για να οπλίζεται, οδήγησε την Ελλάδα στο «να κερδίσει τον πόλεμο χάνοντας την ειρήνη». Όλες, εξάλλου, οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις και οι υπουργοί Άμυνας αξίζουν, και με το παραπάνω, κρέμασμα στην Πλατεία Συντάγματος όχι μόνο για τις μίζες που εισέπραξαν και τις υπαγορευμένες εξοπλιστικές επιλογές τους, αλλά και την πλήρη αποτυχία τους να μετασχηματίσουν τις αμυντικές δαπάνες σε βιομηχανική - τεχνολογική επένδυση.

Από την άλλη, η απειλή έναντι της οποίας εξοπλίζεται η Ελλάδα μόνο φανταστική δεν είναι. Η Τουρκία, αντίθετα με όσα λέει ο πρωθυπουργός της, απειλεί την Ελλάδα, λόγω και έργω. Έχει καταλάβει τη μισή Κύπρο, εκδιώκοντας διά πυρός και σιδήρου εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες. Εξεδίωξε τους Έλληνες της Πόλης, της Ίμβρου, της Τενέδου. Διαθέτει το μεγαλύτερο αποβατικό στόλο του κόσμου απέναντι από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ασκούμενο ετησίως στην κατάληψη ενός εξ αυτών. Δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, απειλεί επισήμως με πόλεμο την Ελληνική. Τι άλλο πρέπει να κάνει για να συμπεράνουμε ότι συνιστά απειλή; Εξοπλιζόμενη, η Αθήνα αμύνεται εναντίον πραγματικής απειλής, έστω και με ελάχιστα ορθολογικό τρόπο, εντείνοντας δηλαδή με τους εξοπλισμούς της τις δύο κύριες λειτουργίες, λεηλασία και υποδούλωση της χώρας, που έχουν απομείνει στο ληστοκρατικό και ξενόδουλο πολιτικό σύστημα των κομμάτων εξουσίας.

Ανεξαρτήτως όμως της ανάλυσης και της ρητορείας που χρησιμοποιεί, και που έχει σημασία, δευτερεύουσα όμως, ο Ερντογάν λέει και ξαναλέει στην Αθήνα ότι θέλει μείωση των εξοπλισμών. Μιλώντας μάλιστα για φανταστικές απειλές, υιοθετεί τη φρασεολογία του αντιπροέδρου Πάγκαλου. Μήπως άλλωστε όλο το φάσμα των Ελλήνων φιλότουρκων, ατλαντιστών και εκσυγχρονιστών δεν μας λέει εδώ και χρόνια ότι το μεγάλο όφελος από την πολιτική φιλίας και προσέγγισης –κατ’ ουσίαν παραχωρήσεων και κατευνασμού έναντι της Άγκυρας–, θα έχει μεγάλο οικονομικό όφελος, το «μέρισμα ειρήνης» του Γιώργου Παπανδρέου.

 

Αθήνα: Δεν συζητάμε μείωση εξοπλισμών!

Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, η κυβέρνηση Παπανδρέου να πετάξει τη σκούφια της με τις προτάσεις Ερντογάν και να του πει «έλα να κουβεντιάσουμε συγκεκριμένα». Ε, λοιπόν, μην το περιμένετε. Τα ελληνικά υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας δεν ενοχλούνται να διαπραγματεύεται ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, αρνούνται όμως μετά βδελυγμίας οποιαδήποτε συζήτηση για τους αμαρτωλούς εξοπλισμούς της χώρας, θέτοντας την επίλυση των Ελληνοτουρκικών ως προϋπόθεση οποιασδήποτε μείωσης, πρακτικά δηλαδή καλώντας μας να περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία!

Αν ο κ. Παπανδρέου είναι ειλικρινής σε αυτά που λέει, θα περίμενε κανείς από έναν τόσο επίμονο, μέχρι παρεξηγήσεως, οπαδό της ελληνοτουρκικής φιλίας και προσέγγισης να ανταποκριθεί άμεσα στα ανοίγματα Ερντογάν, πολύ περισσότερο στο πλαίσιο της τραγικής οικονομικής κατάστασης της χώρας. Να καλέσει, δηλαδή, τον Τούρκο πρωθυπουργό στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για μια ισόρροπη, αμοιβαία, επαληθεύσιμη μείωση ή, έστω, για «πάγωμα» των εξοπλισμών στο σημερινό τους επίπεδο. Αν οι ελληνικές κυβερνήσεις ήταν κατ’ ελάχιστο σοβαρές, θα το είχαν ζητήσει οι ίδιες εδώ και πολύ καιρό, πριν τα πει ο κ. Ερντογάν και πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση. Γιατί, στην πραγματικότητα, ακόμα κι αν η Τουρκία δεν χρησιμοποιήσει ποτέ τα όπλα της, υποχρεώνει την Ελλάδα σε μια κούρσα εξοπλισμών, προς όφελος της αμερικανικής, γαλλικής και γερμανικής βιομηχανίας, που γονάτισε τη χώρα μας. Είναι σαν να πληρώνουμε ένα γεωπολιτικό φόρο υποτέλειας.

Το κακό με τις στρατιωτικές δαπάνες δεν είναι μόνο αυτό. Συνιστούν μια από τις κυριότερες και πιο αδιαφανείς πηγές «μαύρου» πολιτικού χρήματος, διαφθοράς και εξάρτησης του ελληνικού πολιτικού προσωπικού, είναι στο κέντρο του φαινομένου της διαπλοκής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες είναι γνωστό ότι έχουν ένα επίφοβο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, που έχει τεράστια επιρροή και απειλεί τη δημοκρατία. Στην Ελλάδα έχουμε όμως ένα εξίσου σημαντικό, όχι όμως στρατιωτικο-βιομηχανικό αλλά στρατιωτικο-μεσιτικό σύμπλεγμα. Και φαίνεται ότι τα περισσότερα κόμματα θέλουν να το διατηρούν, ακόμα κι όταν η οικονομική κρίση απειλεί την εθνική υπόσταση.

 

Η Ελλάδα θα έπρεπε να τα ζητήσει

Η μείωση των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και των εξοπλιστικών τους προγραμμάτων, η αποχώρηση του στρατού κατοχής από την Κύπρο, η μεταβολή της επιθετικής διάταξης και της συμπεριφοράς του τουρκικού στρατού, όφειλαν να είναι προαπαιτούμενο οποιασδήποτε σοβαρής συζήτησης για βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Έπρεπε, δηλαδή, να γίνει το ακριβώς ανάποδο από αυτό που έκαναν οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά το 1996, της Ουάσιγκτον τα ρήματα πειθόμενες. Συνιστά γελοιότητα και κραυγαλέα έλλειψη αυτοσεβασμού για την Ελλάδα, την Κύπρο, τις κυβερνήσεις τους και την ΕΕ το ότι άρχισαν και συνεχίζουν ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, με τον τουρκικό στρατό κατοχής να παραμένει στην Κύπρο. Αυτή την ώρα η Άγκυρα εισπράττει προενταξιακές βοήθειες από την ΕΕ, την ίδια στιγμή που οι εξοπλισμοί της αναγκάζουν την Ελλάδα να ξοδεύει τα μαλλιοκέφαλά της για να την αντιμετωπίσει. Η Ελλάδα δεν διαμαρτύρεται διεθνώς για την απειλή της Τουρκίας εις βάρος της και τις δαπάνες που υποχρεώνεται να κάνει – μόνο ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ τα θυμάται, οι Έλληνες ευρωβουλευτές περιορίζονται να εισπράττουν τις παχυλές αμοιβές τους!

 

Στρατιωτικο-μεσιτικό σύμπλεγμα

Εύκολα κάποιος αναγκάζεται να σκεφτεί ότι και η παρούσα κυβέρνηση, απλούστατα, ουδόλως επιθυμεί να σπάσει τα δεσμά της εξάρτησης και της υποτέλειας προς τις αμερικανικές, γαλλικές και γερμανικές βιομηχανίες. Γι’ αυτό άλλωστε παραλαμβάνει, αν είναι δυνατόν, γερμανικά υποβρύχια που γέρνουν, για να τα ξαναπουλήσει, όπως μας λέει γελοιοποιούμενη και κοροϊδεύοντάς μας στα μούτρα. Παίρνει τα υποβρύχια που γέρνουν, όχι όμως τα ρωσικά θωρακισμένα που έχει συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, παρά και τις προσπάθειες της Μόσχας να κάνει την προμήθεια όσο γίνεται ελκυστικότερη – λέγεται ότι πρότεινε αποπληρωμή με αγροτικά προϊόντα.

Η κυβέρνηση δεν έχει κανένα πρόβλημα να κόβει συντάξεις των 500 ευρώ, να στέλνει διαβητικούς να ακρωτηριαστούν και δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους να πληρώνουν από την τσέπη τους τις πιο απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις. Αλλά, όλα κι όλα, είναι απόλυτη στην εφαρμογή των σιδηρών, αν και άγραφων, «νόμων των ελληνικών προμηθειών», των νόμων που βασιλεύουν στον κόσμο της μίζας, της εξάρτησης και της διαπλοκής.

 

Ο συσχετισμός Ελλάδας - Τουρκίας

Υπάρχουν βεβαίως και όσοι υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να «παγώσουν» οι εξοπλισμοί, γιατί κάτι τέτοιο θα παγιώσει την τουρκική υπεροχή. Πρόκειται είτε για υστερόβουλη συνηγορία υπέρ των διαπλεκομένων της άμυνας είτε για ανοησία. Ελλάδα και Τουρκία θα βοηθήσουν πολύ τον εαυτό τους και τους λαούς τους, αν, για παράδειγμα, δεν αγοράσουν για πέντε χρόνια ούτε ένα μείζον οπλικό σύστημα, αεροπλάνο, πλοίο, υποβρύχιο, βαλλιστικό πύραυλο. Το επιχείρημα της παγίωσης θα είχε νόημα μόνο αν η Ελλάδα προτίθετο να «προλάβει» την Τουρκία με μπαράζ εξοπλισμών. Κάτι τέτοιο αποκλείεται εντελώς. Είναι πολύ πιθανότερο να δούμε το μονομερή αφοπλισμό της Ελλάδας! Υπό όρους, μάλιστα, που θα αντανακλούν τα συμφέροντας της αποικιακής τρόικας που μας διοικεί.

Στην περίπτωση της σημερινής κυβέρνησης έχουμε επιπλέον και μια παράδοξη αντίληψη εθνικής κυριαρχίας, που οδήγησε τον κ. Παπανδρέου ως υπουργό Εξωτερικών να προτείνει την κατάλυση του κυπριακού κράτους ως λύση του Κυπριακού (Σχέδιο Ανάν) και ως πρωθυπουργό να υιοθετήσει ένα Μνημόνιο παραίτησης του ελληνικού κράτους από μεγάλο μέρος της κυριαρχίας του.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα: 14/10/10

ΣΧΟΛΙΑ