Δρακόντεια η συμφωνία για παραμονή στο ευρώ
  Δευτέρα, 27 Ιούλ 2015      17:36      0

Δρακόντεια η συμφωνία για παραμονή στο ευρώ

Η Γερμανία εξελίσσεται πάλι σε πρόβλημα για τη Γηραιά Ήπειρο

 

Του Περικλή Νεάρχου, πρέσβεως ε.τ.

Ο απολογισμός για την Ελλάδα την επαύριον της Συνόδου Κορυφής είναι βαρύς. Με τη δυναμική παρέμβαση της Γαλλίας και την επικουρία της Ιταλίας απεφεύχθη η έξοδός της από την Ευρωζώνη. Η γερμανική πλευρά όμως, που πρωτοστάτησε στην εξώθηση της Ελλάδος εκτός ευρώ, έθεσε βαρύτατους όρους για να δεχθεί μια συμβιβαστική συμφωνία. Οι όροι που επέβαλε σε μια χώρα καθημαγμένη μετά από πέντε χρόνια ακραίας λιτότητας και υφέσεως δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για την ανάκαμψη της οικονομίας και την επιστροφή στην ανάπτυξη. Επιπλέον, υποθηκεύουν κυριολεκτικά την εθνική κυριαρχία της χώρας και προβλέπουν τη συνοπτική εκποίηση της εθνικής περιουσίας με το περίφημο Ταμείο Εγγυοδοσίας των 50 δισ. ευρώ.

Η βάναυση μεταχείριση της οποίας έτυχε η Ελλάδα και ο εκβιασμός που υπέστη με την απειλή εξόδου από το ευρώ, καταρρεύσεως του τραπεζικού της συστήματος και πλήρους χρεοκοπίας είναι ενδεικτικά της νέας γερμανοκρατούμενης Ευρώπης που αναδύεται και παίρνει τη θέση της παλαιάς ιδέας μιας Ευρωπαϊκής Ενώσεως ισότιμων και αλληλέγγυων χωρών-μελών.

Η αντίδραση της Γαλλίας στη γερμανική αδιαλλαξία και βαναυσότητα μετρίασε σ’ έναν βαθμό τις γερμανικές απαιτήσεις και απέτρεψε την πλήρη ρήξη και ένα πρώτο ρήγμα στην Ευρωζώνη. Δεν άλλαξε όμως τη λογική, τις εμμονές στη λιτότητα και την υπεροψία της γερμανικής πολιτικής. Είναι βέβαιο γι’ αυτό ότι η κακομεταχείριση της Ελλάδος θα διαλύσει πολλές αυταπάτες για το ευρώ και για μια Ευρώπη που εξελίσσεται σε Ένωση αγορών και σε νομισματική Ένωση αντί σε πραγματική πολιτική Ένωση, όπως ήταν η επαγγελία των πρωτεργατών της.

Ειδικότερα για την Ελλάδα, η εμπειρία αυτή θ’ αποτελέσει, δυστυχώς, ένα νέο κεφάλαιο δοκιμασιών και αγώνων, αλλά ταυτόχρονα και πηγή μεγάλου προβληματισμού για το ευρώ, την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ελληνικός λαός, παρά την οικονομική καταστροφή που βιώνει, εξακολουθεί, στη μεγάλη πλειοψηφία του, να πιστεύει ότι είναι ανάγκη να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ, γιατί αυτό ταυτίζεται με μια ορισμένη σταθερότητα και με την υποτιθέμενη παρουσία της χώρας στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης.

Τι γίνεται όμως όταν ακριβώς η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη και η παράδοση της νομισματικής της κυριαρχίας σε ξένα κέντρα χρησιμοποιούνται ως όπλα για τον εκβιασμό της, με το κλείσιμο των τραπεζών και τη χειραγώγηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως μοχλού για πολιτικές ανατροπές και πραξικοπήματα; Τι γίνεται όταν η παροχή δανείων για δημοσιονομική διάσωση συνδέεται με απροκάλυπτη υποθήκευση της εθνικής κυριαρχίας και με αξιώσεις για εκποίηση της εθνικής περιουσίας; Τι γίνεται όταν, με την επιβαλλόμενη πολιτική λιτότητας, τους όρους μη συνεργασίας με τρίτες χώρες και τους ακραίους κανόνες ελεύθερης αγοράς και ανταγωνιστικότητας, καθίσταται ουσιαστικά ανέφικτη η εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και στρατηγικής;

 

Oι όροι για μια βιώσιμη λύση

Η ελληνική πλευρά είχε προβάλει ως βασική θέση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος την ανάγκη μια λύσεως που να είναι βιώσιμη και να βασίζεται σε τρεις αρχές:

α. ικανοποιητική κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών και της χρηματοδοτικής ρευστότητας της χώρας, σε συνδυασμό με αλλαγές και μεταρρυθμίσεις·

β. σημαντικό και εμπροσθοβαρές αναπτυξιακό πρόγραμμα·

γ. απομείωση του υπέρογκου και μη βιώσιμου χρέους.

Το νέο δάνειο καλύπτει τις δημοσιονομικές ανάγκες. Οι όροι όμως και οι προϋποθέσεις με τις οποίες παρέχεται είναι δρακόντειοι και δεσμεύουν βαθύτερα τη χώρα, αντί να την απελευθερώνουν από τα δεσμά των προηγουμένων Μνημονίων. Με το πρόσχημα των μεταρρυθμίσεων που πράγματι έχει ανάγκη η χώρα, προτείνονται εκβιαστικά ακραίες νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις, που περιθωριοποιούν τον ρόλο του κράτους και τον εθνικό έλεγχο, παραβιάζουν την εθνική κυριαρχία, υποθηκεύουν την εφαρμογή εθνικών αναπτυξιακών πολιτικών, διαιωνίζουν τη λιτότητα και οδηγούν σε εκποίηση της εθνικής περιουσίας.

Για το τελευταίο, όπως προελέχθη, προτείνεται η δημιουργία ενός ειδικού Ταμείου Εγγυοδοσίας ύψους 50 δισ. ευρώ, στο οποίο θα ενταχθεί η προς ιδιωτικοποίηση εθνική περιουσία κάθε είδους. Η ιδέα αυτή είναι μια σταθερή εμμονή της Γερμανίας, η οποία από την πρώτη στιγμή έθεσε ζήτημα συνδέσεως των δανείων με την πολύ σημαντική δημόσια περιουσία της Ελλάδος. Το πρώτο βήμα έγινε με την υπογραφή των γνωστών και επαίσχυντων δανειακών συμβάσεων. Οι τελευταίες μετέτρεψαν το ελληνικό χρέος σε ενυπόθηκο, με υποθήκη την ελληνική δημόσια περιουσία, υποκείμενο στο αγγλικό δίκαιο και με παραίτηση της Ελλάδος από την ασυλία της εθνικής κυριαρχίας σε ό,τι αφορά στη δημόσια περιουσία.

Ο πρώην εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην τρόικα Πόουλ Τόμσεν είχε κάνει λόγο για έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις με πώληση δημόσιας περιουσίας ύψους 50 δισ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις αυτές απεδείχθησαν γρήγορα ανεδαφικές και αναθεωρήθηκαν διαδοχικά προς τα κάτω, με τελευταίο εκτιμώμενο ποσό εσόδων τα 3,5 δισ. περίπου. Η τρόικα πρότεινε και στο παρελθόν να μεταφερθεί στο Λουξεμβούργο η έδρα του ΤΑΙΠΕΔ ώστε να προωθηθεί συνοπτικά από ξένους η εκποίηση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας. Η πρόταση όμως δεν έγινε δεκτή γιατί παραβιάζει κατάφωρα την ελληνική εθνική κυριαρχία.

Η επάνοδος των Γερμανών στην ιδέα αυτή προφανώς δεν εκπλήσσει. Τη συνδέουν με τη βιωσιμότητα του χρέους, την οποία υποστηρίζουν, αλλά και με την πλήρη επιβολή του ακραίου νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα, με τον οποίο συνδέουν τις βλέψεις και επιδιώξεις τους για οικονομική και πολιτική κυριαρχία. Υπεχώρησαν στο θέμα της έδρας του Ταμείου στο Λουξεμβούργο μετά τις αντιδράσεις και άλλων χωρών – κατά πρώτο λόγο, του Ιταλού πρωθυπουργού, Ματέο Ρέντσι. Αυτό όμως δεν αναιρεί τον κίνδυνο της συνοπτικής εκποιήσεως της ελληνικής δημόσιας περιουσίας μέσω του Ταμείου αυτού. Με τις σημερινές υποτιμημένες αξίες, αντιλαμβάνεται κανείς τι αντιπροσωπεύει ένα ποσό της τάξεως των 50 δισ. ευρώ.

Σε ό,τι αφορά στη δεύτερη αρχή μιας βιώσιμης λύσεως, στην αναπτυξιακή, δηλαδή, προοπτική, παρουσιάζεται ως διέξοδος το πακέτο Γιούνκερ ύψους 35 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι πράγματι σημαντικό και μπορεί, με κατάλληλες μοχλεύσεις, να αυξηθεί. Πρέπει όμως η εφαρμογή και η απορρόφησή του να γίνουν χωρίς πολλές γραφειοκρατικές περιπλοκές, σε σύντομο χρόνο, ώστε να έχει γρήγορα αναπτυξιακά αποτελέσματα, και με ειδική πρόνοια σε ό,τι αφορά στην εθνική συμμετοχή, ώστε να μην βραχυκυκλωθεί η εφαρμογή του από τη δεινή οικονομική θέση στην οποία βρίσκεται η χώρα.

Σε ό,τι αφορά στη μείωση του χρέους, που θα μπορούσε να αντισταθμίσει σε μεγάλο βαθμό τους δρακόντειους δημοσιονομικούς όρους, η γερμανική πλευρά παραμένει πλήρως αδιάλλακτη στη θέση ότι δεν μπορεί να γίνει «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, γιατί αυτό είναι δήθεν αντίθετο με τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες και διότι θα κλόνιζε την εμπιστοσύνη των αγορών, καθώς θα δημιουργούσε κακό προηγούμενο.

Η γερμανική πλευρά εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο. Στο πνεύμα αυτό, επιμένει σε δρακόντειους όρους για να το καταστήσει, όπως πιστεύει, βιώσιμο. Αλλά και για να προωθήσει ταυτοχρόνως, με αφορμή το χρέος, τον επεκτατισμό των γερμανικών συμφερόντων και την ιδέα μιας Ευρώπης των αγορών, που δίνει το πλεονέκτημα στη Γερμανία λόγω του ιδιαιτέρου οικονομικού της βάρους.

Στο πνεύμα αυτό, η συμφωνία που επετεύχθη δεν προχωρεί πέρα από την αναφορά που είχε γίνει τον Νοέμβριο του 2012 για εξέταση τρόπων απομείωσης του χρέους εφόσον η Ελλάδα επετύγχανε πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Η αναφορά αυτή έμεινε ουσιαστικά στις ελληνικές καλένδες. Η σημερινή αναφορά, παρά τη σημαντική αλλαγή κλίματος εντός και εκτός της Ευρώπης για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, παραμένει χλωμή και αβέβαιη. Η απομείωση του χρέους παραπέμπεται για αργότερα, με το επιπλέον επιχείρημα ότι, εάν προβαλλόταν τώρα, θα δυσχέραινε την έγκριση του γερμανικού κυρίως Κοινοβουλίου για την έναρξη διαπραγματεύσεων για το ελληνικό δάνειο.

 

Το ελληνικό πρόβλημα ως καθρέφτης των αντιφάσεων της Ευρώπης

Η Ευρώπη έχει μεταλλαχθεί ουσιαστικά, αλλά αυτό δεν έχει συνειδητοποιηθεί από τους ευρωπαϊκούς λαούς. Η μετάλλαξή της οφείλεται σε τρεις βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος είναι η επιβολή του ακραίου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού ως καθεστώτος στην Ευρώπη, ενσωματωμένου στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες. Ο δεύτερος, ο οποίος έχει εκλεκτική συγγένεια με τον πρώτο, είναι η επιβολή της παγκοσμιοποίησης με το άνοιγμα των ευρωπαϊκών συνόρων προς όλο σχεδόν τον κόσμο και την ουσιαστική κατάργηση της αρχής της κοινοτικής προτιμήσεως. Ο τρίτος είναι η αποτελμάτωση του σχεδίου για πολιτική ενοποίηση και η υποκατάστασή του από ένα σχέδιο Ενώσεως σ’ επίπεδο αγορών αλλά και νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Οι οικονομικά ισχυρές και ανταγωνιστικές χώρες έχουν, προφανώς, το πλεονέκτημα σε μια τέτοια Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή είναι και η βάση της ηγεμονικής θέσεως που αποκτά η Γερμανία και η οποία άρχισε να προκαλεί σοβαρές ανησυχίες για μια γερμανοκρατούμενη Ευρώπη.

Η Ελλάδα έχει συμφέρον να συμμετέχει σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει πραγματική προοπτική να γίνει πολιτική Ένωση με κοινή ανάπτυξη, ασφάλεια και ευημερία. Έχει όμως το ίδιο συμφέρον να συμμετέχει σε μια Ένωση μόνο αγορών και τραπεζών, όταν η ίδια μειονεκτεί σε επίπεδο οικονομικής αναπτύξεως και παγκοσμιοποιημένης ανταγωνιστικότητας; Η σημερινή κρίση και οι κίνδυνοι που τη συνοδεύουν πρέπει να γίνουν πηγή απροκατάληπτου και νηφάλιου προβληματισμού για την εθνική πορεία και στρατηγική που έχει ανάγκη η χώρα.

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Επίκαιρα", στο τεύχος 298, 17/7/2015.

ΣΧΟΛΙΑ