Δ. Τζανακόπουλος: Η Δικαιοσύνη τσακώθηκε μόνη της
  Δευτέρα, 11 Δεκ 2017      17:10      0

Δ. Τζανακόπουλος: Η Δικαιοσύνη τσακώθηκε μόνη της

Σαφή θέση υπέρ του υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή στη διαμάχη με το πόθεν έσχες των δικαστικών έλαβε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος.

 

Μιλώντας στην ΕΡΤ οι κ. Τζανακόπουλος τόνισε πως είναι άλλο ζήτημα ο σεβασμός στις αποφάσεις και η δεσμευτικότητα της Δικαιοσύνης και άλλο η κριτική που μπορεί να ασκήσει κανείς.

Σχολίασε πως δεν καταλαβαίνει γιατί θεωρείται παρέμβαση μια άποψη ότι και οι δικαστές πρέπει να υπάγονται στη διαδικασία ηλεκτρονικής κατάθεσης του «πόθεν έσχες», και πως του έκανε εντύπωση πώς διαχειρίστηκε το θέμα χτες και ο πρόεδρος του ΣτΕ και άλλοι εκπρόσωποι της Δικαιοσύνης.

«Με βάση όσα παρακολουθήσαμε χτες μένει μια αίσθηση ότι η Δικαιοσύνη τσακώθηκε μόνη της» είπε και πρόσθεσε πως του έκανε πραγματικά πολύ μεγάλη έκπληξη ο τρόπος με τον οποίο παρενέβη ο πρόεδρος του ΣτΕ.

Ο κ. Τζανακόπουλος τόνισε γενικότερα πως το να λέει κανείς ότι η κυβέρνηση προχωρά σε παρεμβάσεις είναι τουλάχιστον αστείο. Σημείωσε ότι «Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει -και κάνει- τη δουλειά της, από την άλλη η κυβέρνηση οφείλει να προτείνει νομοσχέδια στο κοινοβούλιο, να σχεδιάζει την πολιτική της και αυτό να γίνεται στη βάση της έννομης τάξης. Οι ρόλοι είναι διακριτοί, οι αποστολές είναι διακριτές, βρισκόμαστε σε ένα κράτος δικαίου, το σεβόμαστε όλοι το κράτος δικαίου, από κει και πέρα η δικαιοσύνη είναι δικαιοσύνη και η πολιτική είναι πολιτική».

Σε ότι αφορά την 4η αξιολόγηση είπε ότι «στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μεγάλη διαπραγμάτευση που θα γίνει για το πλαίσιο της εξόδου της χώρας από το μνημόνιο. Στόχος μας είναι, η Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2018, να μπορέσει να σταθεί αυτοδύναμα στις αγορές χρήματος και να έχουμε τη δυνατότητα να διευρύνουμε το πεδίο ελευθερίας της άσκησης πολιτικής».

Εξέφρασε την πεποίθηση ότι «θα τα καταφέρουμε», για να επισημάνει: «ούτως ή άλλως και οι αγορές και οι πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη σε αρκετά μεγάλο βαθμό προεξοφλούν τη θετική κατάληξη».

Επίσκεψη Ερντογάν

Ο κ. Τζανακόπουλος ανέφερε ότι «καταγράφεται μια θετική αποτίμηση που είναι και αδύνατον να αμφισβητηθεί από τον οποιονδήποτε όσο κι αν θέλει να κάνει αντιπολίτευση». Επίσης, «δεν έχουμε νέα θέματα που προκύπτουν από την επίσκεψη Ερντογάν, αντιθέτως έχουμε λιγότερα απ’ ό,τι είχαμε μια μέρα πριν από την επίσκεψη», σημείωσε. Ως προς το τάιμινγκ της επίσκεψης, σχολίασε ότι οι επίσημες επισκέψεις έχουν πολύ μεγαλύτερο νόημα όταν υπάρχουν πραγματικά ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν ειδικά σε μια περίοδο που είναι αναγκαία η αναβάθμιση των σχέσεων, σε μια ευρύτερα αποσταθεροποιημένη περιοχή «και είναι εξαιρετικά σημαντικό η Ελλάδα να παίξει σταθεροποιητικό ρόλο». «Η κυβέρνηση πήρε μια τολμηρή πρωτοβουλία να τείνει χείρα φιλίας προς τη γείτονα και νομίζω ότι δικαιώθηκε για αυτή της την επιλογή», είπε.

«Αποτιμάμε θετικά το γεγονός ότι έκλεισε μια και καλή, κατά τη γνώμη μου, το θέμα της Συνθήκης της Λωζάνης καθώς είχαμε σαφή τοποθέτηση εκ μέρους του Τούρκου Προέδρου ότι δεν αμφισβητούνται σύνορα και κυριαρχικά δικαιώματα κανενός κράτους και πολύ περισσότερο κανενός γειτονικού κράτους. Υπήρξε και μια διεθνής υποστήριξη προς τη Συνθήκη της Λωζάνης και άρα προς την ελληνική θέση», τόνισε. Επισήμανε τις δηλώσεις Ερντογάν -που δεν έχουν ξαναγίνει – ότι το ζήτημα της μειονότητας είναι αποκλειστικής αρμοδιότητας του ελληνικού κράτος, και αναγνώρισε τον θρησκευτικό χαρακτήρα της μειονότητας και τις πολλαπλές προελεύσεις των μελών της.

Είπε πως είναι σημαντικό είναι να βρίσκονται κοινοί τόποι και βρέθηκαν, παραπέμποντας στην επανεκκίνηση των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και στη συμφωνία για την αποτελεσματικότερη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης.

Στο ερώτημα αν αιφνιδίασε ο τρόπος με τον οποίον απάντησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στον Ερντογάν, ο κ. Τζανακόπουλος σχολίασε μεταξύ άλλων πως «η τοποθέτηση του ΠτΔ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η πιο καθαρή έκφραση των πάγιων θέσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, των εθνικών θέσεων». «Σε τίποτα δεν μπορεί να αιφνιδιάσει κανείς κάποιον όταν το μόνο που κάνει είναι να εκφράζει τις πάγιες θέσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής», τόνισε. 

Για πλειστηριασμούς

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ερωτήθηκε με αφορμή δήλωση του Στ. Κοντονή εάν θα υπάρξει νομοθετική παρέμβαση το επόμενο διάστημα για την περαιτέρω προστασία της πρώτης κατοικίας.

Ο κ. Τζανακόπουλος είπε ότι η νομοθετημένη προστασία είναι σαφής και δεδομένη. Διευκρίνισε για μια ακόμη φορά ότι δεν είναι έως το τέλος του 2018 η προστασία της α’ κατοικίας, αλλά ότι έως τότε είναι η δυνατότητα υπαγωγής στο νόμο Κατέλη-Σταθάκη και πως όποιος υπαχθεί, η κατοικία του προστατεύεται έως και την οριστική εξόφληση του δανείου του, «δεν έχουμε δηλαδή μια παύση της προστασίας το 2018».

Πρόσθεσε ότι «μέχρι τις 31/12/2018 μπορούμε να επανεξετάσουμε την κατάσταση, να δούμε πού θα βρίσκεται η οικονομία, να δούμε την πορεία των κόκκινων δανείων, γιατί αν έχουν αρχίσει να απομειώνονται με γοργούς ρυθμούς, αν έχουν αρχίσει να πρασινίζουν, αν η οικονομία έχει πάρει μπροστά, αν υπάρχει ροή εισοδημάτων προς τα νοικοκυριά, θα είναι εντελώς διαφορετικά τα δεδομένα». Είπε ακόμη ότι τον Αύγουστο 2018 το πρόγραμμα τελειώνει και πως από εκεί και πέρα «η κυβέρνηση θα μπορεί αυτοδύναμα να καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις, να παίρνει συγκεκριμένες αποφάσεις» και ότι «προφανώς όλα αυτά τα ζητήματα μπαίνουν σε συζήτηση καθώς βρισκόμαστε στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Δηλαδή οποιαδήποτε χώρα τέτοιου τύπου πολιτικές αποφάσεις τις συζητά με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, είτε βρίσκεται σε πρόγραμμα είτε όχι». 

Πρωτογενή πλεονάσματα

«Καμιά συμφωνία δεν είναι γραμμένη σε πέτρα», επισήμανε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, μεταξύ άλλων, κληθείς να σχολιάσει με αφορμή την επαναφορά του θέματος για διαπραγμάτευση του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων που έθεσε ο υπουργός Εσωτερικών με χθεσινή συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ αλλά και τις σχετικές παρεμβάσεις εκ μέρους του Νίκου Φίλη.

Ειδικότερα, ο κ. Τζανακόπουλος επισήμανε ότι και ο ίδιος έχει πει ότι το 3,5% είναι υψηλός στόχος και θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κανείς ότι πράγματι ο στόχος αυτός δεν επιτρέπει την ακόμα πιο δυναμική ανάπτυξη. Τόνισε, ωστόσο, ότι «δεν πρέπει να ξεχνάμε από πού ξεκινήσαμε». Θύμισε δηλαδή ότι στο ξεκίνημα της διαπραγμάτευσης το 2015 η κυβέρνηση είχε να διαχειριστεί τη συμφωνία Σαμαρά-Βενιζέλου για πρωτογενή πλεονάσματα 4,5% έως το 2030. Σημείωσε ότι η κυβέρνηση κατάφερε τελικά συμφωνία για 3,5%, όχι για μια δεκαετία, όπως ήθελε η Γερμανία, αλλά για 5 χρόνια.

«Βεβαίως», δήλωσε, «η δημοσιονομική πορεία είναι ανοικτή, εξαρτάται και από την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, και από τους συσχετισμούς δύναμης στην Ευρώπη, επομένως προφανώς, καμία συμφωνία δεν είναι γραμμένη σε πέτρα». Πρόσθεσε ότι αυτό που είναι σήμερα δεδομένο είναι η δέσμευση για 3,5% έως το 2022. «Όμως αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι για αυτό το 3,5% δεν χρειάζεται νέα μέτρα».

Για τροπολογία για απεργία και ΔΕΗ

Την εκτίμηση ότι δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα είτε με την τροπολογία για το 50%+1 για τις απεργίες είτε για τη ΔΕΗ, εξέφρασε ο κ. Τζανακόπουλος, εξηγώντας τι πέτυχε η κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση, εντός του δεδομένου πλαισίου και σε σύγκριση με τι υπήρχε. 

«Είναι πάρα πολύ δύσκολο να κατηγορήσει κανείς αυτή την κυβέρνηση για αντεργατική και α αντισυνδικαλιστική πολιτική», είπε. Ειδικότερα ανέφερε ότι ήταν αυτή η κυβέρνηση που:

α) έβαλε στο επίκεντρο της δημόσιας και της ευρωπαϊκής συζήτησης το ζήτημα της ανάγκης για να επανέλθουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.

β) στην γ’ αξιολόγηση κατάφερε να κερδίσει το υπερπρονόμιο των εργαζομένων σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης.

γ) κατάφερε να περάσει σειρά από ρυθμίσεις το καλοκαίρι που ενισχύουν τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων με πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

«Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της διαπραγμάτευσης θεωρήσαμε ότι είναι πιο σημαντικά αυτά τα ζητήματα από ό,τι το θέμα του 50% +1, που, προσέξτε, δεν ισχύει για όλα τα πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά αποκλειστικά και μόνο για τα επιχειρησιακά σωματεία. Δεν μιλάμε για κλαδικά σωματεία, για πανελλαδικής έκτασης πρωτοβάθμια σωματεία», τόνισε.

Ως προς τη ΔΕΗ, σημείωσε ότι αν συγκριθεί το σχέδιο της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου για «μικρή ΔΕΗ» με το σχέδιο της σημερινής κυβέρνησης, «μιλάμε για τη μέρα με τη νύχτα». Μίλησε για ισορροπημένη συμφωνία, αναφέροντας ότι επιτυγχάνεται η διατήρηση του 90,9% του παραγωγικού δυναμικού της και πως θα υπάρξει πώληση λιγνιτικών μονάδων που αποτελούν το 9% του συνολικού παραγωγικού δυναμικού της ΔΕΗ, όταν -όπως υπογράμμισε- το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ» δεν αφορούσε μόνο λιγνίτες, αφορούσε και υδροηλεκτρικά, φυσικό αέριο και συνολικά το 25% του παραγωγικού δυναμικού».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ