Αμερικανικές διαμάχες για Τουρκία με ισραηλινό δάκτυλο
  Τετάρτη, 31 Ιούλ 2019      19:22      0

Αμερικανικές διαμάχες για Τουρκία με ισραηλινό δάκτυλο

Μεγάλη πολιτική και παρασκηνιακή μάχη εξελίσσεται στην Ουάσιγκτον για την επιβολή στην Τουρκίατων βαρύτατων κυρώσεων του Νόμου Αντιμετώπισης Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act – CAATSA) μετά την παραλαβή από την Άγκυρα των υπερσύγχρονων ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400.

 

Του Στέφανου Μυτιληναίου

stmytil@gmail.com

Η Τουρκία ήδη έχει τιμωρηθεί από την υπερδύναμη με την αποπομπή της από το πρόγραμμα των F-35, στο οποίο συμμετείχε και ως συμπαραγωγός, ωστόσο οι πιο σκληροί της Γερουσίας και της Βουλής -και από τα δύο κόμματα- στύλωσαν τα πόδια στην απαίτηση να εφαρμοστεί πλήρως η αμερικανική νομοθεσία, που σε τέτοιες περιπτώσεις προβλέπει την επιβολή των κυρώσεων του CAATSA.

Ο Πρόεδρος Τραμπ επιχείρησε, αν όχι να γλιτώσει την Τουρκία από ένα τέτοιο βαρύτατο ράπισμα, τουλάχιστον να το καθυστερήσει ή να το μετριάσει. Δύσκολο έργο. Οι οπαδοί της σκληρής γραμμής ανήκουν και στα δύο κόμματα και έχουν έναν ισχυρό πυρήνα, την Ελληνοϊσραηλινή Συμμαχία στο Κογκρέσο (Congressional Hellenic-Israel Alliance – CHIA), δημιούργημα της στενής σχέσης του ελληνικού λόμπι Ελληνοαμερικανική Ηγεσία (Hellenic American Leadership Council – HALC) με την Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή (American Jewish Committee – AJC). Η τουρκική επιθετικότητα στρέφεται τόσο προς την Ελλάδα όσο και προς το Ισραήλ, με τους S-400 να θεωρούνται απειλή, όχι μόνο για την ελληνική, αλλά και για την ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία, που μέχρι «χθες» είχε τη δυνατότητα να επιχειρεί -λόγω τεχνολογικής και εξοπλιστικής υπερίσχυσης- σχεδόν ανενόχλητη κατά στόχων στη Μέση Ανατολή.

Δεν βοηθούν και οι ίδιοι

Για τους σκληρούς της Ουάσιγκτον η Τουρκία πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά, τουλάχιστον για όσο καιρό τα ηνία της χώρας κρατούν οι ισλαμιστές υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η άλλη άποψη λέει ότι η Τουρκία είναι πολύτιμο γεωπολιτικό οικόπεδο που δεν πρέπει να χαθεί, θεωρώντας αρκετή τιμωρία την εκδίωξή της από το πρόγραμμα των F-35. Η σκληρή άποψη απαντά ότι το καθεστώς Ερντογάν ήδη έχει αποσκιρτήσει προς τη Ρωσία και το Ιράν και εγκαλεί όσους δεν το βλέπουν ότι εθελοτυφλούν. Ενας ψύχραιμος παρατηρητής αναγνωρίζει και στις δύο απόψεις λογικά και βάσιμα επιχειρήματα.

Ωστόσο, παρά τη θέληση του Ντόναλντ Τραμπ να κρατήσει ισορροπίες, το τουρκικό καθεστώς, γνωστό για την αμετροέπειά του, δεν βοηθά να πέσουν οι τόνοι. Αντιθέτως, υποδαυλίζει το θυμικό με μαξιμαλιστικές δηλώσεις, όπως αυτές του Μεβλούτ Τσαβούσογλου την προηγούμενη Δευτέρα σε συνέντευξή του στο δίκτυο TGRT Haber, όταν απείλησε τις ΗΠΑ ότι η Τουρκία θα ανταποδώσει αν τις επιβληθούν οι κυρώσεις του CAATSA, τις οποίες χαρακτήρισε απαράδεκτες. Φρόντισε, μάλιστα, να… δώσει τον Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν θέλει να επιβάλει κυρώσεις, προσθέτοντας δε ότι δεν αναμένει η κυβέρνηση των ΗΠΑ να αναλάβει τέτοια δράση. Ολα αυτά τα είπε ενώ την Τρίτη ήταν προγραμματισμένη κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση στον Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ με 46 Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές για το ζήτημα των κυρώσεων. Το ότι προδίκαζε ανακοινώνοντας τη στάση του Αμερικανού Προέδρου -λες και οι Τούρκοι τον έχουν στο τσεπάκι τους- προφανώς και δεν ηχεί καθόλου θετικά στο βαθύ αμερικανικό κράτος.

Ευελιξία με στόχο;

Πράγματι, όπως μεταδόθηκε από το NBC, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε να πείσει τους γερουσιαστές του κόμματός του να του δώσουν περιθώριο ελιγμών στην απάντηση που θα δώσει η Ουάσιγκτον στην Τουρκία για την αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400, τονίζονταςότι δεν επιθυμεί να επιβάλει κυρώσεις εναντίον της Αγκυρας. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου ζήτησε να έχει μια «ευελιξία» και επιχειρηματολόγησε ενάντια στην επιβολή ανταποδοτικών μέτρων αυτή τη στιγμή. Τόνισε ότι πιστεύει πως μπορεί να χρησιμοποιήσει τη σχέση του με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για την επίτευξη μιας λύσης που θα χαλιναγωγήσει την Τουρκία καλύτερα απ’ ό,τι με την επιβολή μέτρων. Η «Washington Post» πρόσθεσε ότι ο Τραμπ πρότεινε να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με την Τουρκία αντί για επιβολή κυρώσεων, πρόταση με την οποία διαφώνησε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, Τζέιμς Ρις.

Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές που είναι μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας συνυπέγραψαν την επιστολή του Ρόμπερτ Μενέντεζ -εισηγητή μαζί με τονΡεπουμπλικάνο Μαρκ Ρούμπιο του East Med Act (Νομοσχέδιο για την Ασφάλεια και την Ενεργειακή Συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο), το οποίο καθιστά τον άξονα Ουάσιγκτον, Αθήνας, Λευκωσίας και Ιεροσολύμων τη χαλύβδινη συμμαχία του δυτικού κόσμου και πολιτισμού στην περιοχή-, στην οποία υπογράμμισαν την ανάγκη να δοθεί μια «ισχυρή απάντηση» στον Τούρκο Πρόεδρο. Η ομάδα των Δημοκρατικών γερουσιαστών ζήτησε από τον Πρόεδρο Τραμπ να προχωρήσει χωρίς καμία καθυστέρηση στην επιβολή κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας, όπως αυτές προβλέπονται στο πλαίσιο του CAATSA. Σε διαφορετική περίπτωση επεσήμαναν τον κίνδυνο που υπάρχει για την υπονόμευση της αποτελεσματικότητας που θα έχει το όπλο των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας.

«Πιστεύουμε ότι πρέπει να δοθεί μια ισχυρή απάντηση στην απόφαση που έλαβε ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν για την αποδοχή του ρωσικού αεροπορικού συστήματος S-400, διότι, χωρίς αποφασιστική δράση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η θέση μας στο ΝΑΤΟ και η ισχύς που έχει το καθεστώς των κυρώσεών μας εναντίον της Ρωσίας θα υποφέρουν», σημειώνεται στην επιστολή. Εξέφρασαν δε την απογοήτευσή τους για το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Τραμπ επέλεξε να δει και να συζητήσει «την απάντηση της κυβέρνησης σε αυτή την άνευ προηγουμένου εξέλιξη» μόνο με τους Ρεπουμπλικάνους συναδέλφους τους, υποστηρίζοντας ότι «η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι πιο αποτελεσματική και ανθεκτική όταν γίνεται σε διακομματική βάση». «Συμφωνούμε με τον υπουργό Πομπέο και πολλούς Ρεπουμπλικάνους της Γερουσίας ότι πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία σύμφωνα με τον νόμο. Αναμένουμε ότι θα ακολουθήσετε τον νόμο και θα επιβάλετε κυρώσεις στην Τουρκία χωρίς καθυστέρηση», ανέφεραν και πολύ εύστοχα επικαλέστηκαν στο επιχείρημά τους τον υπουργό Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, ο οποίος στις 14 Ιουλίου δήλωσε στη «Washington Post»: «Ο νόμος απαιτεί να επιβληθούν κυρώσεις και είμαι βέβαιος ότι θα συμμορφωθούμε με τον νόμο και ο Πρόεδρος Τραμπ θα συμμορφωθεί με τον νόμο».

 

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 112 της «Νέας Σελίδας» το Σάββατο 27 Ιουλίου 2019.

ΣΧΟΛΙΑ